DEH

DEH

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Ενέργεια και Επενδύσεις

Έστω και εάν δεν το πολυπιστεύει, η κυβέρνηση έχει αρχίζει να ψελλίζει διάφορα μισόλογα και να κάνει δηλώσεις περί επενδύσεων. Και μάλιστα προερχόμενες από ξένους επιχειρηματίες με τους οποίους ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Γιάννης Δραγασάκης έχει ήδη αρχίσει επαφές. Επιτέλους ο ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να συνειδητοποιεί, έστω και καθυστερημένα, ότι χωρίς επενδύσεις δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να υπάρξει επανεκκίνηση της οικονομίας.
Και επειδή ο ενεργειακός τομέας από τη φύση του περικλείει δραστηριότητες με υψηλή ένταση κεφαλαίου θα μπορούσε εάν διαμορφώνετο μία κατάλληλη στρατηγική να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην προσέλκυση σοβαρών επενδύσεων, καθώς και στην προώθηση μεγάλων αλλά και μεσαίου μεγέθους έργων και ασφαλώς στην δημιουργία απασχόλησης.
Σήμερα όπου τα πάντα έχουν αντιστραφεί, με την οικονομία της χώρας να ευρίσκεται σε φάση συρρίκνωσης για 6ησυνεχή χρονιά (με -27% μείωση του ΑΕΠ που ως τα τέλη του έτους θα έχει φτάσει το 30%), με 1.3 εκατομμύριο ανέργους και τη μείωση στην κατανάλωση καύσιμων να φθάνει σωρευτικά το 30%, τη ζήτηση σε ηλεκτρικό ρεύμα να έχει σημειώσει και αυτή καθίζηση κατά 12% από το 2008, είναι ανώφελο να ομιλούμε για επενδύσεις στην ενέργεια οι οποίες ως δια μαγείας, και αψηφώντας τον νόμο της βαρύτητας, θα σηκώσουν από μόνες τους το αναπτυξιακό φορτίο.
Επενδύσεις όπως ο αγωγός ΤΑΡ και ο Νότιος Ευρωπαϊκός Διάδρομος ή οι έρευνες υδρογονανθράκων με απώτερο στόχο την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, μπορούν να προχωρήσουν γιατί απλούστατα το προϊόν τους αφορά τις διεθνείς αγορές και δεν εξαρτώνται από την διαρκώς συρρικνούμενη Ελληνική αγορά. Και ας μην μιλήσουμε καλύτερα για τις αποκρατικοποιήσεις στον ενεργειακό τομέα που θα έφερναν ζεστό χρήμα και θα στήριζαν την επιχειρηματικότητα. Και θα μπορούσαν κάπως έτσι να είχαν εξελιχθεί θετικά τα πράγματα, πλην όμως η τελείως λαθεμένη στρατηγική που ακολουθήθηκε και η έλλειψη εμπειρίας της αγοράς από το ΤΑΙΠΕΔ οδήγησαν στο φιάσκο με την πώληση της ΔΕΠΑ και τώρα του ΔΕΣΦΑ.
Υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας της οικονομίας ο ενεργειακός τομέας μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσει μοχλό για οικονομική ανάκαμψη και το έχουμε δει αυτό στο παρελθόν. Με πιο αντιπροσωπευτικό το παράδειγμα της ΔΕΗ τις δεκαετίες 1950 και 1960, ακόμη και την δεκαετία του 1980. Το ίδιο και με τα διυλιστήρια και την έρευνα και παραγωγή πετρελαίου (Πρίνος 1975 – 1995). Οι δε ΑΠΕ θα μπορούσαν να αποτελέσουν και αυτές μια σημαντική αναπτυξιακή συνιστώσα εάν η προώθηση τους δεν είχε βασισθεί αποκλειστικά και σκανδαλωδώς στις παράλογα υψηλές (άρα πρόσκαιρες) και απόλυτα επιδοτούμενες τιμές και εάν οι ιθύνοντες πολιτικοί εγκέφαλοι είχαν αποφασίσει όλα αυτά τα χρόνια να βάλουν τέλος στην απαράδεκτη εμπορία αδειών και στις εξωφρενικές παρεμβάσεις στο Συμβούλιο Επικρατείας από αναίσχυντους κερδοσκόπους και τοπικούς καουμπόηδες που φορούν τον μανδύα του περιβαλλοντολόγου. Φαίνεται όμως ότι η λεία από το ασύλληπτο αυτό παιχνίδι από βουνοκορφή σε βουνοκορφή και από ραχούλα σε ραχούλα, είναι μεγάλη και τα κέρδη τα μοιράζονται όλοι, ντόπιοι καταφερτζήδες και πολιτικοί όλων των παρατάξεων.
Για αυτό θα πρέπει να αποβάλουμε τις αυταπάτες και τα όνειρα που καλλιεργούνται συστηματικά τον τελευταίο καιρό από γνωστά και άγνωστα κέντρα εξουσίας, όπου θέλουν την οικονομική ανάκαμψη να οδηγείται από τις δήθεν χιλιάδες θέσεις εργασίας και τα δισεκατομμύρια επενδύσεων που θα προκύψουν αίφνης από την κατασκευή αγωγών και τις εξορύξεις στα βάθη των θαλασσών. Οι μύθοι αυτοί δεν αντέχουν στην επιστημονική ανάλυση και την σχολαστική διερεύνηση όπως αποδεικνύουν πρόσφατες και απόλυτα τεκμηριωμένες μελέτες[1]. Κυρίως όμως επενδύσεις μεγάλης κεφαλαιακής βάσης και υψηλής απόδοσης (με την δημιουργία χιλιάδων μόνιμων θέσεων εργασίας) δεν μπορούν να προγραμματισθούν - πόσω μάλλον να υλοποιηθούν -μέσα στα συντρίμμια της Ελληνικής οικονομίας, καθώς το μέλλον της χώρας έχει διαβρωθεί από το εφιαλτικό χρέος.
Επί σειρά ετών ζούσαμε με αυταπάτες χάρις στο ευρώ και την ευκολία δανεισμού, που μετέτρεψε την Ελληνική οικονομία σε σωρό ερειπίων. Ελάχιστοι διασώζονται, κι αυτοί δεν είναι αρκετοί να αλλάξουν τη συνολική εικόνα ή- πολύ περισσότερο - τον ίδιο τον ρουν των εξελίξεων. Το σήμερα είναι ήδη χειρότερο από το χθες και το αύριο δεν προοιωνίζεται καλύτερο από το σήμερα σε ένα κοινωνικό σώμα του οποίου οι αντοχές έχουν αρχίσει να εξαντλούνται δραματικά. Άρα είναι ανώφελο να ομιλούμε για επενδύσεις στην ενέργεια που θα φέρουν την άνοιξη. Στην καλύτερη περίπτωση ας σκεφτούμε πώς μπορούμε να κρατήσουμε όσο το δυνατό άθικτη την ενεργειακή υποδομή της χώρας γιατί και εδώ πολύ σύντομα θα υποχρεωθούμε εκ των πραγμάτων να απενεργοποιήσουμε ολόκληρα δίκτυα και να θέσουμε εκτός λειτουργίας μεγάλες παραγωγικές μονάδες ώστε να διασωθούν τα υπόλοιπα μέλη του ενεργειακού συστήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: